Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spraff
01
μιλάω ασταμάτητα, μιλάω χωρίς νόημα
(Scottish) to speak excessively or pointlessly
Slang
Παραδείγματα
I ca n't listen to him spraff on any longer.
Δεν μπορώ να τον ακούσω να σπράφει πια.
02
μιλώ, συζητώ
(Scottish) to speak or talk
Slang
Παραδείγματα
They spraffed casually while walking home.
Αυτοί σπράφαν χαλαρά ενώ περπατούσαν προς το σπίτι.
Spraff
01
φλυαρία, κουβέντα
(Scottish) a long or often pointless talk
Slang
Παραδείγματα
I could n't sit through his spraff any longer.
Δεν μπορούσα να αντέξω τον spraff του πια.



























