Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spraff
01
μιλάω ασταμάτητα, μιλάω χωρίς νόημα
(Scottish) to speak excessively or pointlessly
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spraff
γ΄ ενικό πρόσωπο
spraffs
ενεστώτα μετοχή
spraffing
απλός αόριστος
spraffed
παθητική μετοχή
spraffed
Παραδείγματα
He spraffed on about football for hours.
Αυτός φλυαρούσε για ποδόσφαιρο για ώρες.
02
μιλώ, συζητώ
(Scottish) to speak or talk
αργκό
Παραδείγματα
He spraffed to me about the new project.
Μου spraff για το νέο έργο.
Spraff
01
φλυαρία, κουβέντα
(Scottish) a long or often pointless talk
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spraffs
Παραδείγματα
That was a long spraff about politics.
Αυτό ήταν ένας μακρύς spraff για την πολιτική.



























