spout
spout
spaʊt
σπαουτ
/spˈa‍ʊt/

Ορισμός και σημασία του "spout"στα αγγλικά

to spout
01

αφηγούμαι εκτενώς, φλυαρώ

to speak or express opinions in a lengthy, fervent, or pompous manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spout
γ΄ ενικό πρόσωπο
spouts
ενεστώτα μετοχή
spouting
απλός αόριστος
spouted
παθητική μετοχή
spouted
Παραδείγματα
The motivational speaker spouts inspirational quotes to uplift the spirits of the audience.
Ο ομιλητής κινήτρων εκτοξεύει εμπνευσμένες φράσεις για να ανυψώσει το ηθικό του κοινού.
02

ξεχύνομαι, εκτοξεύομαι

to burst out forcefully and suddenly, often in a narrow stream or jet
Παραδείγματα
Lava spouted from the volcano's crater during the eruption.
Η λάβα ανάβλυζε από τον κρατήρα του ηφαιστείου κατά τη διάρκεια της έκρηξης.
01

στόμιο, ακροφύσιο

a tube or narrow outlet through which liquids or loose materials like grain are discharged
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spouts
Παραδείγματα
He repaired the cracked spout on the old ceramic pitcher.
Επισκεύασε το ραγισμένο στόμιο στην παλιά κεραμική στάμνα.

Λεξικό Δέντρο

spouter
spouting
spout
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store