to spout
spout
spaʊt
spawt
scoutsnoutsportshout

Ορισμός και σημασία του "spout"στα αγγλικά

to spout
01

αφηγούμαι εκτενώς, φλυαρώ

to speak or express opinions in a lengthy, fervent, or pompous manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spout
γ΄ ενικό πρόσωπο
spouts
ενεστώτα μετοχή
spouting
απλός αόριστος
spouted
παθητική μετοχή
spouted
Παραδείγματα
The passionate activist spouted about the importance of environmental conservation during the rally. 

Ο παθιασμένος ακτιβιστής έβγαλε λόγο για τη σημασία της περιβαλλοντικής διατήρησης κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης.

02

ξεχύνομαι, εκτοξεύομαι

to burst out forcefully and suddenly, often in a narrow stream or jet 
Παραδείγματα
Water spouted from the broken pipe, flooding the basement. 

Το νερό ξέσπασε από το σπασμένο σωλήνα, πλημμυρίζοντας το υπόγειο.

01

στόμιο, ακροφύσιο

a tube or narrow outlet through which liquids or loose materials like grain are discharged 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spouts
Παραδείγματα
She poured the tea from the spout of the kettle. 

Έχυσε το τσάι από το στόμιο της κατσαρόλας.

Λεξικό Δέντρο

spouter
spouting
spout
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store