Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
offski
01
απών, έφυγε
(Scottish) away, not present, or off somewhere
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's offski for the weekend to visit family.
Είναι offski για το Σαββατοκύριακο για να επισκεφτεί την οικογένεια.



























