to scrike
scrike
skraɪk
skraik
strikeshrikescribe

Ορισμός και σημασία του "scrike"στα αγγλικά

to scrike
01

κραυγάζω, ουρλιάζω

to shriek or screech loudly 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrike
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrikes
ενεστώτα μετοχή
scriking
απλός αόριστος
scriked
παθητική μετοχή
scriked
Παραδείγματα
The cat scriked when it saw the dog. 

Η γάτα scrike όταν είδε το σκυλί.

02

κλαίω, χύνω δάκρυα

to cry or shed tears 
Dialectbritish flagBritish
αργκό
Παραδείγματα
The baby scriked until his mum picked him up. 

Το μωρό έκλαιγε μέχρι που το σήκωσε η μητέρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store