Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrike
01
κραυγάζω, ουρλιάζω
to shriek or screech loudly
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrike
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrikes
ενεστώτα μετοχή
scriking
απλός αόριστος
scriked
παθητική μετοχή
scriked
Παραδείγματα
That owl scriked all night.
Αυτή η κουκουβάγια scrike όλη τη νύχτα.
02
κλαίω, χύνω δάκρυα
to cry or shed tears
Dialect
British
slang
Παραδείγματα
Do n't scrike, it's not that bad.
Μην κλαις, δεν είναι τόσο άσχημα.



























