sket
sket
skɛt
sket
skeet

Ορισμός και σημασία του "sket"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a woman regarded as promiscuous, often used to shame her sexual behavior 
Dialectbritish flagBritish
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
skets
θηλυκό ενικό
sket
Παραδείγματα
Don't listen to him, he's calling her a sket for no reason. 

Μην τον ακούς, την αποκαλεί πόρνη χωρίς λόγο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store