piff
piff
pɪf
πιφ
/pˈɪf/

Ορισμός και σημασία του "piff"στα αγγλικά

01

εξαιρετικός, εξαίσιος

very attractive, high quality, or appealing
Dialectbritish flagBritish
Slang
Παραδείγματα
His new haircut is well piff, suits him.
Το νέο του κούρεμα είναι πολύ piff, του πάει πολύ καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store