Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frunchroom
01
αίθουσα υποδοχής, σαλόνι για επισκέπτες
(Chicago) the front room of a house or apartment, typically used for entertaining guests
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frunchrooms
Παραδείγματα
He kept the frunchroom tidy since guests were coming over.
Κράτησε το frunchroom τακτοποιημένο αφού ερχόντουσαν επισκέπτες.



























