impulse buy
im
ˈɪm
im
pulse
pʌls
pals
buy
baɪ
bai

Ορισμός και σημασία του "impulse buy"στα αγγλικά

01

αυθόρμητη αγορά, αγορά ώθησης

a purchase made spontaneously or on a whim, without prior planning 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
impulse buys
Παραδείγματα
Oops, impulse buy; totally unplanned. 

Ωχ, παρορμητική αγορά; εντελώς απρογραμμάτιστη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store