sploot
Pronunciation
/splˈuːt/

Ορισμός και σημασία του "sploot"στα αγγλικά

01

σπλούτ, τεταμένη στάση

a flat posture of an animal lying on its stomach with hind legs stretched out behind
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sploots
Παραδείγματα
Our cat occasionally does a sploot near the sunny window.
Η γάτα μας κάνει περιστασιακά ένα sploot κοντά στο ηλιόλουστο παράθυρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store