Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Floof
01
αφράτο, χνουδωτό
an animal, usually a cat or dog, with exceptionally soft or fluffy fur
Παραδείγματα
I ca n't resist petting every floof I see at the park.
Δεν μπορώ να αντισταθώ στο να χαϊδέψω κάθε floof που βλέπω στο πάρκο.



























