recon
re
ˈri:
ri
con
kɒn
kon
raconreckon

Ορισμός και σημασία του "recon"στα αγγλικά

01

αναγνώριση, διερεύνηση

a preliminary investigation or survey to gather information 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
recons
Παραδείγματα
The team did some recon before entering the building. 

Η ομάδα έκανε αναγνώριση πριν μπει στο κτίριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

recon
con
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store