to memepost
Pronunciation
/mˈɛmɪpˌoʊst/

Ορισμός και σημασία του "memepost"στα αγγλικά

to memepost
01

μιμποστάρω, ποστάρω μιμ

to post a meme online, typically for humor or social commentary
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
memepost
γ΄ ενικό πρόσωπο
memeposts
ενεστώτα μετοχή
memeposting
απλός αόριστος
memeposted
παθητική μετοχή
memeposted
Παραδείγματα
They memeposted a political joke in the group chat.
Ανάρτησαν ένα μιμίδιο πολιτικού αστείου στην ομαδική συνομιλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store