Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to memepost
01
μιμποστάρω, ποστάρω μιμ
to post a meme online, typically for humor or social commentary
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
memepost
γ΄ ενικό πρόσωπο
memeposts
ενεστώτα μετοχή
memeposting
απλός αόριστος
memeposted
παθητική μετοχή
memeposted
Παραδείγματα
He memeposted a cat video that went viral.
Δημοσίευσε μίμη ένα βίντεο με γάτα που έγινε viral.



























