Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quickscope
01
γρήγορο σκόπευμα, αστραπιαίο σημάδι
(gaming) a fast kill made with a sniper rifle immediately after scoping in
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quickscopes
Παραδείγματα
That was a clean quickscope.
Αυτό ήταν ένα καθαρό quickscope.
to quickscope
01
quickscope, γρήγορο σκόπευση και θανάτωση
(gaming) to kill an opponent using a sniper rifle immediately after scoping in
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quickscope
γ΄ ενικό πρόσωπο
quickscopes
ενεστώτα μετοχή
quickscoping
απλός αόριστος
quickscoped
παθητική μετοχή
quickscoped
Παραδείγματα
He quickscoped me from across the map.
Μου έκανε quickscope από την άλλη πλευρά του χάρτη.
Λεξικό Δέντρο
quickscope
quick
scope



























