Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quicksand
01
κινούμενη άμμος, κινούμενη άμμος
a pit filled with loose wet sand into which objects are sucked down
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κινητή άμμος, παγίδα
a hazardous or difficult situation that is very hard to get out of
Παραδείγματα
The political scandal became quicksand, entangling everyone involved.
Το πολιτικό σκάνδαλο έγινε κινητή άμμος, εμπλέκοντας όλους τους εμπλεκόμενους.
Λεξικό Δέντρο
quicksand
quick
sand



























