quickly
quick
ˈkwɪk
κουικ
ly
li
λι
British pronunciation
/ˈkwɪkli/

Ορισμός και σημασία του "quickly"στα αγγλικά

01

γρήγορα, ταχέως

with a lot of speed
quickly definition and meaning
example
Παραδείγματα
The river flowed quickly after heavy rainfall.
Ο ποταμός έρεε γρήγορα μετά από βαρύ βροχόπτωση.
02

γρήγορα, ταχέως

with little or no delay
03

γρήγορα, βιαστικά

without taking pains
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store