Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bingeable
01
εθιστικός, συναρπαστικός
so engaging that you can easily watch many episodes in a row
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bingeable
συγκριτικός βαθμός
more bingeable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her show is n't very bingeable; it drags too much.
Η εκπομπή της δεν είναι πολύ bingeable; τραβάει πολύ.
Λεξικό Δέντρο
bingeable
binge



























