bingeable
bin
ˈbɪn
bin
gea
ʤə
ble
bəl
bēl
bindable

Ορισμός και σημασία του "bingeable"στα αγγλικά

01

εθιστικός, συναρπαστικός

so engaging that you can easily watch many episodes in a row 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bingeable
συγκριτικός βαθμός
more bingeable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
entertainment, media, behavior
Παραδείγματα
That new thriller is super bingeable. 

Αυτό το νέο θρίλερ είναι εξαιρετικά εθιστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bingeable
binge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store