grindage
grin
ˈgraɪn
grain
dage
dɪʤ
dij

Ορισμός και σημασία του "grindage"στα αγγλικά

01

γκρίντατζ, μουσική γκρίντκορ

grindcore music, known for its extreme speed and aggression 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grindages
Παραδείγματα
They're into heavy grindage lately. 

Τελευταία έχουν κολλήσει με το βαρύ γκράιντεϊτζ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store