Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grindage
01
γκρίντατζ, μουσική γκρίντκορ
grindcore music, known for its extreme speed and aggression
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grindages
Παραδείγματα
We checked out some live grindage last night.
Χθες το βράδυ είδαμε live grindage.
Λεξικό Δέντρο
grindage
grind



























