splurgy
splur
ˈsplɜ:
splē
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "splurgy"στα αγγλικά

01

σπάταλος, δαπανηρός

involving indulgent spending 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
splurgiest
συγκριτικός βαθμός
splurgier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
spending, behavior, lifestyle
Παραδείγματα
We went out for a splurgy dinner last night. 

Βγήκαμε για ένα πολυτελές δείπνο χθες το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

splurgy
splurge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store