splurgy
splur
ˈsplɜ:
σπλερ
gy
ʤi
τζι
/splˈɜːdʒi/

Ορισμός και σημασία του "splurgy"στα αγγλικά

01

σπάταλος, δαπανηρός

involving indulgent spending
Slang
Παραδείγματα
I'm in the mood for a splurgy night out.
Έχω διάθεση για μια σπάταλη βραδινή έξοδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store