Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to toke up
01
καπνίζω μαριχουάνα, μεθώ με μαριχουάνα
to smoke marijuana
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
toke
ενεστώτας
toke up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tokes up
ενεστώτα μετοχή
toking up
απλός αόριστος
toked up
παθητική μετοχή
toked up
Παραδείγματα
We went to the park to toke up before the concert.
Πήγαμε στο πάρκο για να καπνίσουμε χόρτο πριν από τη συναυλία.



























