Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to toke up
01
καπνίζω μαριχουάνα, μεθώ με μαριχουάνα
to smoke marijuana
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
toke
ενεστώτας
toke up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tokes up
ενεστώτα μετοχή
toking up
απλός αόριστος
toked up
παθητική μετοχή
toked up
Παραδείγματα
She stepped outside to toke up while enjoying the sunset.
Βγήκε έξω για να καπνίσει χόρτο ενώ απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα.



























