to stressify
stre
ˈstrɛ
στρε
ssi
sɪ
σι
fy
faɪ
φαι

Ορισμός και σημασία του "stressify"στα αγγλικά

to stressify
01

αγχώνω, κάνω αγχωτικό

to make something stressful or increase anxiety 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stressify
γ΄ ενικό πρόσωπο
stressifies
ενεστώτα μετοχή
stressifying
απλός αόριστος
stressified
παθητική μετοχή
stressified
Παραδείγματα
Deadlines like this really stressify the whole team. 

Προθεσμίες σαν αυτήν αγχώνουν πραγματικά όλη την ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stressify
stress
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store