Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stressify
01
αγχώνω, κάνω αγχωτικό
to make something stressful or increase anxiety
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stressify
γ΄ ενικό πρόσωπο
stressifies
ενεστώτα μετοχή
stressifying
απλός αόριστος
stressified
παθητική μετοχή
stressified
Παραδείγματα
The new policy changes stressified the project planning process.
Οι νέες αλλαγές πολιτικής προσέβαλαν τη διαδικασία σχεδιασμού του έργου.
Λεξικό Δέντρο
stressify
stress



























