crap out
crap
kræp
κραιπ
out
aʊt
αουτ
/kɹˈap ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "crap out"στα αγγλικά

to crap out
01

αποτυγχάνω παταγωδώς, κάνω μεγάλο λάθος

to fail badly or blunder, especially unexpectedly
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
crap
ενεστώτας
crap out
γ΄ ενικό πρόσωπο
craps out
ενεστώτα μετοχή
crapping out
απλός αόριστος
crapped out
παθητική μετοχή
crapped out
Παραδείγματα
She has crapped out on multiple projects this month.
Αυτή απέτυχε παταγωδώς σε πολλά έργα αυτόν τον μήνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store