Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crap out
01
αποτυγχάνω παταγωδώς, κάνω μεγάλο λάθος
to fail badly or blunder, especially unexpectedly
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
crap
ενεστώτας
crap out
γ΄ ενικό πρόσωπο
craps out
ενεστώτα μετοχή
crapping out
απλός αόριστος
crapped out
παθητική μετοχή
crapped out
Παραδείγματα
The team always craps out when under pressure.
Η ομάδα πάντα αποτυγχάνει υπό πίεση.



























