Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rawdog
01
αντιμετωπίζω μόνος, διαχειρίζομαι μόνος
to tackle a difficult or tedious task alone, without help, preparation, or shortcuts
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rawdog
γ΄ ενικό πρόσωπο
rawdogs
ενεστώτα μετοχή
rawdogging
απλός αόριστος
rawdogged
παθητική μετοχή
rawdogged
Παραδείγματα
He rawdogged the project without asking for help.
Αυτός ράουντογκ το έργο χωρίς να ζητήσει βοήθεια.



























