to rawdog
raw
ˈrɔ:
raw
dog
dɒg
dog
raw-dog
raw dog

Ορισμός και σημασία του "rawdog"στα αγγλικά

to rawdog
01

αντιμετωπίζω μόνος, διαχειρίζομαι μόνος

to tackle a difficult or tedious task alone, without help, preparation, or shortcuts 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rawdog
γ΄ ενικό πρόσωπο
rawdogs
ενεστώτα μετοχή
rawdogging
απλός αόριστος
rawdogged
παθητική μετοχή
rawdogged
Παραδείγματα
He rawdogged the project without asking for help. 

Αυτός ράουντογκ το έργο χωρίς να ζητήσει βοήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store