Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rawdog
01
αντιμετωπίζω μόνος, διαχειρίζομαι μόνος
to tackle a difficult or tedious task alone, without help, preparation, or shortcuts
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rawdog
γ΄ ενικό πρόσωπο
rawdogs
ενεστώτα μετοχή
rawdogging
απλός αόριστος
rawdogged
παθητική μετοχή
rawdogged
Παραδείγματα
He rawdogged the move, carrying all the boxes himself.
Αυτός rawdogged τη μετακόμιση, κουβαλώντας όλα τα κουτιά μόνος του.



























