Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to raze
01
ισοπεδώνω, κατεδαφίζω
to completely destroy a building, city, etc.
Transitive: to raze a building or area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
raze
γ΄ ενικό πρόσωπο
razes
ενεστώτα μετοχή
razing
απλός αόριστος
razed
παθητική μετοχή
razed
Παραδείγματα
The old factory was razed last month.
Το παλιό εργοστάσιο γκρεμίστηκε τον περασμένο μήνα.
Λεξικό Δέντρο
razed
razing
razor
raze



























