Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Razor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
razors
Παραδείγματα
He used a safety razor to shave his beard every morning.
Χρησιμοποιούσε ένα ξυράφι ασφαλείας για να ξυρίζει το γένι του κάθε πρωί.
to razor
01
ξυρίζω, αποτριχώνω
to shave or remove hair from the body using a razor or sharp-edged tool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
razor
γ΄ ενικό πρόσωπο
razors
ενεστώτα μετοχή
razoring
απλός αόριστος
razored
παθητική μετοχή
razored
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
razor
raze



























