Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Razor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
razors
Παραδείγματα
She preferred using a straight razor for a precise and close shave.
Προτιμούσε να χρησιμοποιεί ένα ευθύ ξυράφι για μια ακριβή και κοντινή ξυρίσμα.
to razor
01
ξυρίζω, αποτριχώνω
to shave or remove hair from the body using a razor or sharp-edged tool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
razor
γ΄ ενικό πρόσωπο
razors
ενεστώτα μετοχή
razoring
απλός αόριστος
razored
παθητική μετοχή
razored
Λεξικό Δέντρο
razor
raze



























