razor
Pronunciation
/ˈreɪzɚ/

Ορισμός και σημασία του "razor"στα αγγλικά

01

ξυράφι, λεπίδα ξυραφιού

a sharp-edged tool used for shaving hair off the body or face
razor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
razors
Παραδείγματα
She preferred using a straight razor for a precise and close shave.
Προτιμούσε να χρησιμοποιεί ένα ευθύ ξυράφι για μια ακριβή και κοντινή ξυρίσμα.
to razor
01

ξυρίζω, αποτριχώνω

to shave or remove hair from the body using a razor or sharp-edged tool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
razor
γ΄ ενικό πρόσωπο
razors
ενεστώτα μετοχή
razoring
απλός αόριστος
razored
παθητική μετοχή
razored
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store