abbed
abbed
æbd
ābd

Ορισμός και σημασία του "abbed"στα αγγλικά

01

με ορατούς κοιλιακούς μυς, με σκαλιστή κοιλιά

having visible abdominal muscles 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abbed
συγκριτικός βαθμός
more abbed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physique, fitness, appearance
Παραδείγματα
He's so abbed after months of training. 

Είναι τόσο γυμνασμένος μετά από μήνες προπόνησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store