gripper
Pronunciation
/ˈɡɹɪˌpɝ/

Ορισμός και σημασία του "gripper"στα αγγλικά

01

πόδι, πατούσα

a person's foot, often used in plural
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grippers
Παραδείγματα
Watch where you step, or you 'll hurt your grippers.
Πρόσεχε πού πατάς, αλλιώς θα πληγώσεις τα πόδια σου.

Λεξικό Δέντρο

gripper
grip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store