gripper
gri
ˈgrɪ
gri
pper
shipperclipperslipperflipper

Ορισμός και σημασία του "gripper"στα αγγλικά

01

πόδι, πατούσα

a person's foot, often used in plural 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grippers
Παραδείγματα
He hurt his gripper while playing soccer. 

Τραυμάτισε το gripper του ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gripper
grip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store