Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to un-deadstock
01
αποdeadstock, βγάζω από την νεκρή κατάσταση
to wear a pair of sneakers for the first time, taking them out of deadstock condition
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
un-deadstock
γ΄ ενικό πρόσωπο
un-deadstocks
ενεστώτα μετοχή
un-deadstocking
απλός αόριστος
un-deadstocked
παθητική μετοχή
un-deadstocked
Παραδείγματα
He finally un-deadstocked his rare Jordans yesterday.
Χθες επιτέλους έβγαλε από την κατάψυξη τα σπάνια Jordan του.



























