umlaut
um
ˈʊm
oom
laut
laʊt
lawt

Ορισμός και σημασία του "umlaut"στα αγγλικά

01

ουmlaut, διαλυτικά

the mark ¨, put over a vowel indicating an articulation with rounding or fronting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
umlauts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store