Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Umlaut
01
ουmlaut, διαλυτικά
the mark ¨, put over a vowel indicating an articulation with rounding or fronting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
umlauts



























