Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deadstock
01
διατηρώ σε καινούρια κατάσταση, αποθηκεύω στην αρχική συσκευασία
to store or preserve clothing or sneakers in their original packaging for future use or resale
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deadstock
γ΄ ενικό πρόσωπο
deadstocks
ενεστώτα μετοχή
deadstocking
απλός αόριστος
deadstocked
παθητική μετοχή
deadstocked
Παραδείγματα
They deadstocked the collection before the hype grew.
Αποθήκευσαν τη συλλογή πριν αυξηθεί ο ντόρος.
Λεξικό Δέντρο
deadstock
dead
stock



























