Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hop off
01
Φύγε!, Άσε με ήσυχο!
used to tell someone to stop bothering, annoying, or interfering
slang
Παραδείγματα
Hop off, I do n't have time for this drama.
Φύγε, δεν έχω χρόνο για αυτό το δράμα.
to hop off
01
κατεβαίνω, πηδάω κάτω
to get off a vehicle, such as a bus, train, or tram
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
hop
ενεστώτας
hop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
hops off
ενεστώτα μετοχή
hopping off
απλός αόριστος
hopped off
παθητική μετοχή
hopped off
Παραδείγματα
You can hop off the shuttle whenever you like.
Μπορείτε να κατεβείτε από το λεωφορείο όποτε θέλετε.



























