Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hop off
01
Φύγε!, Άσε με ήσυχο!
used to tell someone to stop bothering, annoying, or interfering
αργκό
Παραδείγματα
Hop off! I'm trying to focus.
Ξεκουμπίσου! Προσπαθώ να συγκεντρωθώ.
to hop off
01
κατεβαίνω, πηδάω κάτω
to get off a vehicle, such as a bus, train, or tram
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
hop
ενεστώτας
hop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
hops off
ενεστώτα μετοχή
hopping off
απλός αόριστος
hopped off
παθητική μετοχή
hopped off
Παραδείγματα
We'll hop off at the museum.
Θα κατέβουμε στο μουσείο.



























