buzzkill
buzz
ˈbʌz
baz
kill
kɪl
kil
buzzkiller

Ορισμός και σημασία του "buzzkill"στα αγγλικά

01

χαλαστής διάθεσης, καταστροφέας της χαράς

a person or thing that ruins the enjoyment, excitement, or positive mood of a situation 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buzzkills
Παραδείγματα
Don't be a buzzkill; join us on the dance floor! 

Μην είσαι χαλαστής ; έλα μαζί μας στην πίστα!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store