Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miss Thing
01
Δεσποινίς Πράγμα, Κυρία Πράγμα
a confident, fabulous person, often used in camp or queer contexts
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
Miss Things
θηλυκό ενικό
Miss Thing
Παραδείγματα
That Miss Thing walked into the room and immediately owned it.
LanGeek



























