Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cocaine
01
κοκαΐνη, λευκή σκόνη
a strong drug that makes people feel really energetic, but it can be harmful and addictive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Mark's family was devastated when they learned about his cocaine addiction.
Η οικογένεια του Μαρκ καταστράφηκε όταν έμαθε για τον εθισμό του στην κοκαΐνη.
Λεξικό Δέντρο
cocainize
cocaine



























