coax
coax
koʊks
κουκσ
/kˈəʊks/

Ορισμός και σημασία του "coax"στα αγγλικά

to coax
01

πείθω, καλοπιάνω

to persuade someone to do something by being kind and gentle, especially when they may be unwilling
Ditransitive: to coax sb to do sth
to coax definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coax
γ΄ ενικό πρόσωπο
coaxes
ενεστώτα μετοχή
coaxing
απλός αόριστος
coaxed
παθητική μετοχή
coaxed
Παραδείγματα
The team leader tried to coax a quieter coworker into expressing their ideas during the meeting.
Ο αρχηγός της ομάδας προσπάθησε να πείσει έναν πιο ήσυχο συνάδελφο να εκφράσει τις ιδέες του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
01

ομοαξονικό καλώδιο, κοαξ καλώδιο

a cable or transmission line designed to carry high-frequency electrical signals, typically consisting of a central conductor, insulating layer, and outer shield
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coaxes
Παραδείγματα
Modern internet connections often rely on coax for high-speed data.
Οι σύγχρονες συνδέσεις στο Διαδίκτυο συχνά βασίζονται στο συμμεταξικό καλώδιο για δεδομένα υψηλής ταχύτητας.

Λεξικό Δέντρο

coaxer
coaxing
coaxing
coax
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store