Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coax
01
πείθω, καλοπιάνω
to persuade someone to do something by being kind and gentle, especially when they may be unwilling
Ditransitive: to coax sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coax
γ΄ ενικό πρόσωπο
coaxes
ενεστώτα μετοχή
coaxing
απλός αόριστος
coaxed
παθητική μετοχή
coaxed
Παραδείγματα
The team leader tried to coax a quieter coworker into expressing their ideas during the meeting.
Ο αρχηγός της ομάδας προσπάθησε να πείσει έναν πιο ήσυχο συνάδελφο να εκφράσει τις ιδέες του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Coax
01
ομοαξονικό καλώδιο, κοαξ καλώδιο
a cable or transmission line designed to carry high-frequency electrical signals, typically consisting of a central conductor, insulating layer, and outer shield
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coaxes
Παραδείγματα
Modern internet connections often rely on coax for high-speed data.
Οι σύγχρονες συνδέσεις στο Διαδίκτυο συχνά βασίζονται στο συμμεταξικό καλώδιο για δεδομένα υψηλής ταχύτητας.
Λεξικό Δέντρο
coaxer
coaxing
coaxing
coax



























