Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coax
01
πείθω, καλοπιάνω
to persuade someone to do something by being kind and gentle, especially when they may be unwilling
Ditransitive: to coax sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coax
γ΄ ενικό πρόσωπο
coaxes
ενεστώτα μετοχή
coaxing
απλός αόριστος
coaxed
παθητική μετοχή
coaxed
Παραδείγματα
Parents often have to coax their children into eating vegetables by making it seem enjoyable or interesting.
Οι γονείς συχνά πρέπει να πείθουν τα παιδιά τους να τρώνε λαχανικά κάνοντάς το να φαίνεται διασκεδαστικό ή ενδιαφέρον.
Coax
01
ομοαξονικό καλώδιο, κοαξ καλώδιο
a cable or transmission line designed to carry high-frequency electrical signals, typically consisting of a central conductor, insulating layer, and outer shield
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coaxes
Παραδείγματα
The technician installed a coax to connect the satellite dish.
Ο τεχνικός εγκατέστησε ένα συμμεταξικό καλώδιο για να συνδέσει την δορυφορική κεραία.
Λεξικό Δέντρο
coaxer
coaxing
coaxing
coax



























