to dehort
de
di
hort
ˈhɔ:t
hawt
deport

Ορισμός και σημασία του "dehort"στα αγγλικά

to dehort
01

αποθαρρύνω αποφασιστικά, συστήνω επίμονα να μην κάνει

to strongly discourage someone from doing something 
επίσημο
παλαιά χρήση
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dehort
γ΄ ενικό πρόσωπο
dehorts
ενεστώτα μετοχή
dehorting
απλός αόριστος
dehorted
παθητική μετοχή
dehorted
Παραδείγματα
The teacher dehorted the students from cheating on the exam. 

Ο δάσκαλος απέτρεψε τους μαθητές από το να κλέψουν στις εξετάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store