Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dehort
01
αποθαρρύνω αποφασιστικά, συστήνω επίμονα να μην κάνει
to strongly discourage someone from doing something
επίσημο
παλαιά χρήση
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dehort
γ΄ ενικό πρόσωπο
dehorts
ενεστώτα μετοχή
dehorting
απλός αόριστος
dehorted
παθητική μετοχή
dehorted
Παραδείγματα
The teacher dehorted the students from cheating on the exam.
Ο δάσκαλος απέτρεψε τους μαθητές από το να κλέψουν στις εξετάσεις.



























