to tally up
Pronunciation
/tˈæli ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "tally up"στα αγγλικά

to tally up
[phrase form: tally]
01

αθροίζω, μετράω

to count numbers or amounts to get a total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
tally
ενεστώτας
tally up
γ΄ ενικό πρόσωπο
tallies up
ενεστώτα μετοχή
tallying up
απλός αόριστος
tallied up
παθητική μετοχή
tallied up
Παραδείγματα
The accountant tallied up the invoices to prepare the financial report.
Ο λογιστής άθροισε τις τιμολογίες για να προετοιμάσει την οικονομική έκθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store