condemned
con
kən
kēn
demned
ˈdɛmd
demd
stemmedgemmed

Ορισμός και σημασία του "condemned"στα αγγλικά

01

καταδικασμένος, καταδικασμένος σε θάνατο

someone who has been officially sentenced to death 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
condemned
Παραδείγματα
The condemned waited in their prison cells. 

Οι καταδικασμένοι περίμεναν στα κελιά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store