Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recreation ground
01
χώρος αναψυχής, παιδική χαρά
an open public area of land used for sports, games, or outdoor activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recreation grounds
Παραδείγματα
Children were playing football on the recreation ground.
Τα παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο στο πάρκο αναψυχής.



























