strappy
stra
ˈstræ
strā
ppy
pi
pi
scrappystroppy

Ορισμός και σημασία του "strappy"στα αγγλικά

01

με λεπτές λωρίδες, με ιμάντες

(of clothing) having multiple thin straps as part of its design, typically creating a delicate or stylish look 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
strappiest
συγκριτικός βαθμός
strappier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a strappy black dress to the party. 

Φόρεσε ένα μαύρο φόρεμα με λεπτές λουριές στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store