manual labor
ma
ˈmæ
nual
njuəl
nyooēl
la
leɪ
lei
bor
manual work

Ορισμός και σημασία του "manual labor"στα αγγλικά

01

χειρωνακτική εργασία, σωματική εργασία

physical work done by people, especially involving the use of hands and bodily effort, rather than machines 
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He did manual labor on a construction site all summer. 

Έκανε χειρωνακτική εργασία σε ένα εργοτάξιο όλο το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store