manual labor
Pronunciation
/mˈænjuːəl lˈeɪbɚ/
manual work

Ορισμός και σημασία του "manual labor"στα αγγλικά

01

χειρωνακτική εργασία, σωματική εργασία

physical work done by people, especially involving the use of hands and bodily effort, rather than machines
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The factory still uses some manual work alongside machines.
Το εργοστάσιο χρησιμοποιεί ακόμα κάποια χειρωνακτική εργασία δίπλα σε μηχανήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store