mixed-ability
mixed
ˈmɪkst
mikst
a
ə
ē
bi
bi
li
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "mixed-ability"στα αγγλικά

mixed-ability
01

μικτής ικανότητας, ετερογενής

involving people who have different levels of skill, knowledge, or ability in the same group 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher used a mixed-ability approach in the classroom. 

Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε μια προσέγγιση μικτής ικανότητας στην τάξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store