Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dewater
01
αφυδατώνω, αφαιρώ το νερό
to remove water from something like sediment, waste, or other materials
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dewater
γ΄ ενικό πρόσωπο
dewaters
ενεστώτα μετοχή
dewatering
απλός αόριστος
dewatered
παθητική μετοχή
dewatered
Παραδείγματα
The plant dewaters waste to make it easier to handle.
Το εργοστάσιο αφυδατώνει τα απόβλητα για να είναι πιο εύκολη η διαχείρισή τους.
Λεξικό Δέντρο
dewater
water



























