to dewater
de
di:
di
wa
ˈwɔ:
vaw
ter
debater
de-water

Ορισμός και σημασία του "dewater"στα αγγλικά

to dewater
01

αφυδατώνω, αφαιρώ το νερό

to remove water from something like sediment, waste, or other materials 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dewater
γ΄ ενικό πρόσωπο
dewaters
ενεστώτα μετοχή
dewatering
απλός αόριστος
dewatered
παθητική μετοχή
dewatered
Παραδείγματα
The workers dewater the construction site before building. 

Οι εργάτες αφυδατώνουν το εργοτάξιο πριν από την οικοδόμηση.

Λεξικό Δέντρο

dewater
water
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store