Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devout
01
θρησκευόμενος, ευσεβής
believing firmly in a particular religion
Παραδείγματα
Despite facing challenges, he remains devout in his commitment to Islam, praying faithfully five times a day.
Παρά τις προκλήσεις, παραμένει ευσεβής στη δέσμευσή του για το Ισλάμ, προσευχόμενος πιστά πέντε φορές την ημέρα.
02
αφοσιωμένος, ενθουσιώδης
sincere or earnest in one's beliefs, convictions, or principles
Παραδείγματα
Even in the face of adversity, he remained devout in his pursuit of justice, fighting tirelessly for the rights of marginalized communities.
Ακόμα και αντιμέτωπος με τις δυσκολίες, παρέμεινε αφοσιωμένος στην αναζήτηση της δικαιοσύνης, πολεμώντας ακούραστα για τα δικαιώματα των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων.



























