prospecting
pros
ˈprɒs
pros
pec
pɛk
pek
ting
tɪng
ting
protectingprosperingprojecting

Ορισμός και σημασία του "prospecting"στα αγγλικά

01

εξερεύνηση, αναζήτηση

the act of searching for valuable things like minerals, oil, or opportunities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prospectings
Παραδείγματα
Gold prospecting was common during the 1800s. 

Η έρευνα για χρυσό ήταν κοινή κατά τη διάρκεια του 1800.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prospecting
prospect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store